Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2026 12:00

Ιδιοκατοίκηση: Πώς εξελίχθηκε από "όνειρο" σε "εφιάλτη"

 

Σημαντικές "αλήθειες" κρύβονται πίσω από τους αριθμούς της Eurostat αναφορικά με την πορεία της ιδιοκατοίκησης και των ενοικιαστών στην Ελλάδα, που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα για το 2024, για πρώτη φορά η Ελλάδα καταγράφει τόσο υψηλό ποσοστό ενοικιαστών, καθώς αυτό διαμορφώθηκε σε 30,3% επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Πρόκειται για μια αύξηση κατά 33% του πληθυσμού που έχει περάσει πλέον σε καθεστώς ενοικίασης, αντί για ιδιοκτησίας, σε σχέση με το 2010. Με βάση τα στοιχεία της απογραφής του 2021, αυτό συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των ενοικιαστών κατά 720.000 στο σύνολο της χώρας, σε σχέση με το 2010, όταν είχε σημειωθεί το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης. 

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το 2010, το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης διαμορφωνόταν σε 77,2%. Ωστόσο, το 2024, είχε υποχωρήσει σε μόλις 69,7%, όντας σχεδόν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 68%. Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αντιστροφή της τάσης που είχε διαμορφωθεί μέχρι και το 2010, όταν η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, συγκαταλέγονταν μεταξύ εκείνων με τα μεγαλύτερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη, έχοντας ιδιαίτερα ισχυρή κουλτούρα ιδιοκτησίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την δεκαετία του 2000 και μετά από μια "έκρηξη" της στεγαστικής πίστης, το ποσοστό των ενοικιαστών μειώθηκε σε μόλις 22,8%. Ήταν η εποχή που οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι προχωρούσαν σε αγορά κατοικίας, συνήθως νεόδμητης, αξιοποιώντας την πολύ μεγάλη ευκολία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση και τα χαμηλά κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης, που είχαν φτάσει να χρηματοδοτούν όχι μόνο το 100% της αξίας του ακινήτου, αλλά και ακόμα περισσότερο, καθώς χορηγούνταν επιπρόσθετα και "επισκευαστικά δάνεια" για σπίτια λίγων μηνών, ακόμα και νεόδμητα.

Μετά από την περίοδο της κρίσης όμως, αυτή η εικόνα άρχισε, εύλογα, να αντιστρέφεται στην Ελλάδα, παρότι το 2019, υπήρξε μια πρόσκαιρη βελτίωση. Συγκεκριμένα, μετά την ολοκλήρωση του καθοδικού κύκλου των τιμών που κράτησε από το 2009 και μέχρι το 2017, σημειώθηκαν αρκετές αγορές ακινήτων, κυρίως από όσους είχαν την απαιτούμενη ρευστότητα, ώστε να αποκτήσουν κατοικία σε χαμηλές τιμές. Έτσι, το 2019, το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης σημείωσε άνοδο σε 75,4%.

Ωστόσο, όπως δείχνουν τα σχετικά στοιχεία, αυτό ήταν πρόσκαιρο, καθώς το 2024, το ποσοστό μειώθηκε σε 69,7%. Ο λόγος είναι ασφαλώς η εντατικοποίηση της διαδικασίας των ρυθμίσεων των "κόκκινων" δανείων, μιας και την περίοδο 2017-2019, ολοκληρώθηκε η πώληση των χαρτοφυλακίων δανείων στις εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, που στη συνέχεια ξεκίνησαν έναν "μαραθώνιο" ρυθμίσεων, που μοιραία, είχε ως αποτέλεσμα, κάποια νοικοκυριά να μην μπορέσουν να ανταποκριθούν, ή ενδεχομένως και να προχώρησαν σε οικειοθελείς εκχωρήσεις-πωλήσεις των ακινήτων τους, περνώντας σε καθεστώς ενοικιαστών. 

Εν τω μεταξύ, ακόμα και όσοι νοικιάζουν καλούνται να ανταπεξέλθουν σε συνεχώς επιδεινούμενες συνθήκες διαβίωσης, που αποτελεί μια ακόμα ένδειξη επιδείνωσης της στεγαστικής κρίσης. Αυτό προκύπτει εξετάζοντας τον δείκτη συνωστισμού (overcrowding rate) μεταξύ όσων νοικιάζουν το ακίνητο στο οποίο μένουν. Με βάση την ορολογία της Eurostat, σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται όσοι άνθρωποι μένουν σε σπίτι, όπου αντιστοιχεί λιγότερο από ένα δωμάτιο για κάθε ενήλικα ή ζευγάρι κι ένα δωμάτιο για κάθε ζευγάρι παιδιών, ηλικίας έως 12 ετών. 

Σύμφωνα με τον δείκτη συνωστισμού, στο τέλος του 2024, σε επίπεδο Ε.Ε. το σχετικό ποσοστό ανερχόταν στο 24,4% του συνόλου των ενοικιαστών, δηλαδή ένας στους τέσσερις διαμένει σε σπίτι μικρότερης επιφάνειας από την ιδανική. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό ενοικιαστών ανέρχεται σήμερα σε 33%, δηλαδή ένας στους τρεις ενοικιαστές υποχρεούται να μένει σε σπίτι που θεωρείται μικρότερο από τις πραγματικές του ανάγκες. Το σχετικό μέγεθος είναι πρακτικά αμετάβλητο από το 2014, κάτι όμως που δεν μπορεί να είναι θετική εξέλιξη, με δεδομένη την οικονομική ανάπτυξη που έχει μεσολαβήσει και την έξοδο της οικονομίας από την βαθιά κρίση.

 

 

Πηγή : https://www.capital.gr/